Αρχαία ελληνικά

Διδαγμένο κείμενο

Πλάτων – Πρωταγόρας (322 Α – 323 Α) & Αριστοτέλης – Πολιτικά (Α2, 15-16)

Α. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας, πρῶτον μὲν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ συγγένειαν ζῴων μόνον θεοὺς ἐνόμισεν, καὶ ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καὶ ἀγάλματα θεῶν· ἔπειτα φωνὴν καὶ ὀνόματα ταχὺ διηρθρώσατο τῇ τέχνῃ, καὶ οἰκήσεις καὶ ἐσθῆτας καὶ ὑποδέσεις καὶ στρωμνὰς καὶ τὰς ἐκ γῆς τροφὰς ηὕρετο. Οὕτω δὴπαρεσκευασμένοι κατ’ ἀρχὰς ἄνθρωποι ᾤκουν σποράδην, πόλεις δὲ οὐκ ἦσαν· ἀπώλλυντο οὖν ὑπὸ τῶν θηρίων διὰ τὸ πανταχῇ αὐτῶν ἀσθενέστεροι εἶναι, καὶ ἡ δημιουργικὴ τέχνη αὐτοῖς πρὸς μὲν τροφὴν ἱκανὴ βοηθὸς ἦν, πρὸς δὲ τὸν τῶν θηρίων πόλεμον ἐνδεής -πολιτικὴν γὰρ τέχνην οὔπω εἶχον, ἧς μέρος πολεμική – ἐζήτουν δὴ ἁθροίζεσθαι καὶ σῴζεσθαι κτίζοντες πόλεις·  ὅτ’ οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν τέχνην, ὥστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο. Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην, ἵν’ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί. Ἐρωτᾷ οὖν Ἑρμῆς Δία τίνα οὖν τρόπον δοίη δίκην καὶ αἰδῶ ἀνθρώποις· “Πότερον ὡς αἱ τέχναι νενέμηνται, οὕτω καὶ ταύτας νείμω; Νενέμηνται δὲ ὧδε· εἷς ἔχων ἰατρικὴν πολλοῖς ἱκανὸς ἰδιώταις, καὶ οἱ ἄλλοι δημιουργοί· καὶ δίκην δὴ καὶ αἰδῶ οὕτω θῶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις, ἢ ἐπὶ πάντας νείμω;” “Ἐπὶ πάντας,” ἔφη ο Ζεύς, “καὶ πάντες μετεχόντων· οὐ γὰρ ἂν γένοιντο πόλεις, εἰ ὀλίγοι αὐτῶν μετέχοιεν ὥσπερ ἄλλων τεχνῶν· καὶ νόμον γε θὲς παρ’ ἐμοῦ τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως.”Οὕτω δή, ὦ Σώκρατες, καὶ διὰ ταῦτα οἵ τε ἄλλοι καὶ Ἀθηναῖοι, ὅταν μὲν περὶ ἀρετῆς τεκτονικῆς ᾖ λόγος ἢ ἄλλης τινὸς δημιουργικῆς, ὀλίγοις οἴονται μετεῖναι συμβουλῆς, καὶ ἐάν τις ἐκτὸς ὤν τῶν ὀλίγων συμβουλεύῃ, οὐκ ἀνέχονται, ὡς σὺ φῄς – εἰκότως, ὡς ἐγώ φημι – ὅταν δὲ εἰς συμβουλὴν πολιτικῆς ἀρετῆς ἴωσιν, ἣν δεῖ διὰ δικαιοσύνης πᾶσαν ἰέναι καὶ σωφροσύνης, εἰκότως ἅπαντος ἀνδρὸς ἀνέχονται, ὡς παντὶ προσῆκον ταύτης γε μετέχειν τῆς ἀρετῆς ἢ μὴ εἶναι πόλεις. Αὕτη, ὦ Σώκρατες, τούτου αἰτία.

Β. Είναι φυσική λοιπόν η τάση του ανθρώπου να συνυπάρχει μαζί με άλλους σε μια τέτοια κοινωνία. Κι εκείνος όμως που πρώτος τη συγκρότησε, υπήρξε ένας από τους πιο μεγάλους ευεργέτες του ανθρώπου. Γιατί όπως ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από όλα τα όντα όταν φτάνει στην τελειότητά του, έτσι όταν σπάζει τη σχέση του με τον νόμο και τη δικαιοσύνη γίνεται το χειρότερο από όλα. Δεν υπάρχει πιο ανυπόφορο και πιο ολέθριο πράγμα από την αδικία που διαθέτει όπλα. Ο άνθρωπος, από την άλλη, γεννιέται εφοδιασμένος από τη φύση με όπλα για να υπηρετήσει τη φρόνηση και την αρετή, που όμως μπορεί να τα χρησιμοποιήσει εξ ολοκλήρου και για αντίθετους σκοπούς. Γι’ αυτό ο δίχως αρετή άνθρωπος είναι από όλα τα όντα το πιο ανόσιο και το πιο άγριο, το χειρότερο από όλα στις ερωτικές απολαύσεις και στις απολαύσεις του φαγητού. Η δικαιοσύνη είναι στοιχείο συστατικό της πόλης· είναι αυτό που συγκρατεί την τάξη στην πολιτική κοινωνία.

Α1. Από το παραπάνω κείμενο να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του αποσπάσματος: «ὅτ’ οὖν ἁθροισθεῖεν… κτείνειν ὡς νόσον πόλεως». Μονάδες 10

Β1. Να διαπιστώσετε αν υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στην «αιδώ» και τη «δίκη» του Πρωταγόρα και στη «δικαιοσύνη» του Αριστοτέλη. Μονάδες 15

Β2. Ποια είναι η προέλευση της «πόλεως» σύμφωνα με τον Πρωταγόρα και τον Αριστοτέλη; Μονάδες 15

Β3.  Ποια ήταν η δεύτερη κατηγορία εις βάρος του Σωκράτη; Μονάδες 10

Β4. Να βρείτε λέξεις ετυμολογικά συγγενείς από το πρώτο απόσπασμα με τις ακόλουθες: διασκέδαση, φρενοβλαβής, ουσία, αιδεσιμότατος, κατανομή. Μονάδες 10

Αδίδακτο κείμενο

Ισοκράτης Πανηγυρικός 1-3

Η σημασία της ρητορικής ως προς την ανάδειξη πανανθρώπινων αξιών, όπως είναι η ομόνοια.

Πολλάκις ἐθαύμασα τῶν τὰς πανηγύρεις συναγαγόντων καὶ τοὺς γυμνικοὺς ἀγῶνας κατά-στησάντων, ὅτι τὰς μὲν τῶν σωμάτων εὐτυχίας οὕτω μεγάλων δωρεῶν ἠξίωσαν, τοῖς δʹ ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἰδίᾳ πονήσασι  καὶ  τὰς  αὑτῶν  ψυχὰς  οὕτω  παρασκευάσασιν  ὥστε  καὶ  τοὺς ἄλλους  ὠφελεῖν  δύνασθαι,  τούτοις  δʹ  οὐδεμίαν  τιμὴν  ἀπένειμαν,  ὧν  εἰκὸς  ἦν  αὐτοὺς μᾶλλον  ποιήσασθαι  πρόνοιαν·  τῶν  μὲν  γὰρ  ἀθλητῶν  δὶς τοσαύτην ῥώμην λαβόντων οὐδὲν  ἂν πλέον γένοιτο  τοῖς ἄλλοις, ἑνὸς  δʹ  ἀνδρὸς  εὖ  φρονήσαντος ἅπαντες ἂν ἀπολαύσειαν  οἱ  βουλόμενοι  κοινωνεῖν τῆς ἐκείνου διανοίας. Οὐ μὴν ἐπὶ τούτοις ἀθυμήσας εἱλόμην ῥᾳθυμεῖν, ἀλλ’ ἱκανὸν νομίσας ἆθλον ἔσεσθαί μοι τὴν δόξαν τὴν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ λόγου γενησομένην ἥκω συμβουλεύσων περί τε τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους καὶ τῆς ὁμονοίας τῆς πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, οὐκ ἀγνοῶν ὅτι πολλοὶ τῶν προσποιησαμένων εἶναι σοφιστῶν ἐπὶ τοῦτον τὸν λόγον ὥρμησαν.

Γ1. Να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του κειμένου. Μονάδες 20

Γ2. Να γράψετε στο τετράδιό σας τον τύπο που ζητείται για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις:

τὰς πανηγύρεις: τη δοτική ενικού αριθμού.

τοὺς γυμνικούς ἀγῶνας: τη δοτική ενικού αριθμού.

ἰδίᾳ : την αιτιατική πληθυντικού αριθμού στο θηλυκό γένος στον υπερθετικό βαθμό.

μᾶλλον: επίρρημα στο θετικό βαθμό.

ἡμᾶς αὐτούς: την αιτιατική ενικού αριθμού, πρώτου προσώπου στο αρσενικό γένος.

συναγαγόντων: το δεύτερο ενικό πρόσωπο προστακτικής Παρακειμένου στην άλλη φωνή.

ἠξίωσαν: το τρίτο ενικό πρόσωπο οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής φωνής.

ἀπένειμαν: απαρέμφατο Μέλλοντα Ενεργητικής φωνής.

ἔσεσθαί: το τρίτο ενικό πρόσωπο οριστικής Μέλλοντα.

δύνασθαι: το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο ευκτικής Ενεστώτα.

Μονάδες 10

Γ3.α.Να προσδιορίσετε  τη  συντακτική  θέση  των παρακάτω  λέξεων  του  κειμένου. Να αναφέρετε και τον όρο που προσδιορίζουν:

τῶν συναγαγόντων, τούτοις,  ἆθλον , συμβουλεύσων, τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους

Μονάδες 5

Γ3.β.  Να εντοπίσετε και να αναγνωρίσετε τους υποθετικούς λόγους από το παρακάτω απόσπασμα:
«τῶν  μὲν  γὰρ  ἀθλητῶν..….τῆς ἐκείνου διανοίας»

Μονάδες 5

 

Απαντήσεις Διδαγμένου

(οι  απαντήσεις είναι ενδεικτικές)

Α1. Η μετάφραση δεν δίνεται για οικονομία χώρου.

Β1. Η έννοια της δικαιοσύνης διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στην πολιτική φιλοσοφία του Πρωταγόρα και του Αριστοτέλη. Σύμφωνα με τον σοφιστή και τον μύθο του Προμηθέα ο άνθρωπος ζούσε μόνος και κινδύνευε να εξαφανιστεί από τα θηρία. Ο Δίας, λοιπόν, επειδή φοβήθηκε για το ανθρώπινο γένος, έδωσε την αιδώ και τη δίκη, για να μπορέσει ο άνθρωπος να δημιουργήσει πόλεις και έτσι να σωθεί.

Ειδικότερα αἰδώς  είναι ο σεβασμός, το αίσθημα ντροπής του κοινωνικού ανθρώπου για κάθε πράξη που προσκρούει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού περιβάλλοντος. Η δράση της είναι ανασταλτική και αποτρεπτική και συμπίπτει με τη λειτουργία της ηθικής συνείδησης. Το συναίσθημα αυτό λειτουργεί και ως κίνητρο για την εκτέλεση του χρέους και του καθήκοντος που επιβάλλει η κοινωνία στα μέλη της, αφού με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η αγανάκτηση και η αποδοκιμασία των άλλων.

Ενώ δίκη είναι το συναίσθημα της δικαιοσύνης, η ενύπαρκτη στον άνθρωπο αντίληψη για το δίκαιο και το άδικο, ο σεβασμός των γραπτών και άγραφων νόμων και των δικαιωμάτων των άλλων, καθώς και οι ενέργειες για την αποκατάσταση αυτών των δικαιωμάτων, όταν καταστρατηγούνται βάναυσα από κάποιον. Η δίκη εκδηλώνεται με τη δημιουργία και την τήρηση κανόνων δικαίου, την κατοχύρωση του δικαίου, του ορθού και του νόμιμου. Έτσι, περιστέλλεται ο ατομικισμός και ο εγωισμός και εξασφαλίζεται η αρμονική κοινωνική συμβίωση.

Με την αιδώ οι άνθρωποι συμβιώνουν αρμονικά μέσα στην κοινωνία και υπάρχει τάξη και ισορροπία. Αναπτύσσονται ο αλληλοσεβασμός και οι φιλικές σχέσεις μεταξύ τους. Με τη δίκη εννοούνται όλες εκείνες οι πολιτικές δεσμεύσεις οι οποίες επιβάλλονται στους πολίτες, για να επιτευχθεί η ηθική συνοχή της πολιτείας. Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα οι δύο αυτές έννοιες δόθηκαν εν δυνάμει στον άνθρωπο. Χρειάζεται προσωπικός αγώνας για την πλήρη απόκτησή τους. Όταν οι άνθρωποι κατακτήσουν πλήρως αυτές τις αρετές τότε και η πολιτεία είναι δημοκρατική, γιατί υπάρχει εμπιστοσύνη ανάμεσα στους πολίτες και στο κράτος, ενώ είναι και χαρακτηριστικό της ηθικής, πολιτικής και πολιτιστικής εξέλιξης του ανθρώπου. Από την άλλη πλευρά, ο Αριστοτέλης θεωρεί μεγάλο ευεργέτη του ανθρώπου αυτόν που πρώτος συγκρότησε τις πόλεις, διότι θέσπισε νόμους και επέβαλε τη δικαιοσύνη απομακρύνοντας τις βλαβερές συνέπειες της αδικίας. Πιο αναλυτικά, όταν η λογική, που είναι φυσικό όπλο του ανθρώπου, συνοδεύεται από τη δικαιοσύνη, τότε ο άνθρωπος φτάνει σε ύψιστα επίπεδα τελειότητας.

Η τήρηση των νόμων και η εφαρμογή της δικαιοσύνης εξασφαλίζει στην κοινωνία την τάξη, την αλληλεγγύη και τον αμοιβαίο σεβασμό. Συνεπώς, η δικαιοσύνη είναι ο αναγκαίος περιορισμός που πρέπει να υπάρχει στον άνθρωπο για να φτάσει στην τελειότητα. Για να τονίσει τις βλαβερές συνέπειες της αδικίας στον άνθρωπο, χρησιμοποιεί παραδείγματα εκ του αντιθέτου:

α) «το πιο ανόσιο ον» στις σχέσεις του με το θείο. Με το επίθετο «ανόσιος» ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που δεν ζει σύμφωνα με τη λογική, αλλά κυριαρχείται από τα πάθη και τις επιθυμίες. Ξεφεύγει από τα όρια του μέτρου, επιδίδεται σε ακολασίες και δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό,

β) «το πιο άγριο» στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους,

γ) «το χειρότερο από όλα τα όντα» στις ερωτικές απολαύσεις και στις απολαύσεις του φαγητού.

Ο Αριστοτέλης κλείνει την ενότητα αυτή τονίζοντας τη μεγάλη σημασία που έχει η δικαιοσύνη για τη συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας. Αποτελεί κατά τη γνώμη του, συστατικό στοιχείο της πόλης, επειδή είναι σε θέση να εξασφαλίσει την τάξη και την οργάνωση μέσα στην πολιτική κοινωνία. Έτσι, λοιπόν, η δικαιοσύνη νοείται ως:

α) αρετή: είναι η ιδιότητα του ανθρώπου να πράττει με γνώμονα τους γραπτούς νόμους της πολιτείας και δείχνοντας τον απαιτούμενο σεβασμό στους άγραφους νόμους,
β) θεσμός της πολιτείας: είναι το σύνολο των κανόνων που εξασφαλίζουν την τάξη και την αρμονική συμβίωση μέσα στην πόλη,

γ) κοινωνική αρετή: η ιδιότητα του ατόμου να ζει σύμφωνα με την κοινωνική ηθική της πόλης. Η ύπαρξη της δικαιοσύνης αποτελεί την προϋπόθεση για την ύπαρξη και όλων των άλλων αρετών.

Η δικαιοσύνη ως θεσμός της πολιτείας και ως κοινωνική αρετή έχει σαφή πολιτική διάσταση, αφού αυτός που την ασκεί δεν την επιδιώκει μόνο για τον εαυτό του, αλλά για το σύνολο της κοινωνίας. Στο σημείο αυτό ο Αριστοτέλης συσχετίζοντας τη δικαιοσύνη με την πολιτική κοινωνία, καταξιώνει το πνεύμα του αλτρουισμού και της κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά και θεσμικά κατοχυρώνει την τήρηση και την απόδοση του Δικαίου, ως θεμέλιο συνοχής της πολιτικής κοινωνίας.

Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε ότι οι δύο άνδρες εκτιμούν σε βάθος την προσφορά των δύο εννοιών και τονίζουν την τεράστια σημασία που έχουν για την οργάνωση μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Β2. Οι δύο φιλόσοφοι έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για το πώς δημιουργήθηκαν οι πρώτες κοινωνίες. Ο Πρωταγόρας θεωρεί ότι η πολιτική κοινωνία δημιουργήθηκε νόμῳ δηλαδή από την ανάγκη του ανθρώπου να προστατευτεί από τα θηρία. Σκοπός του ήταν η ικανοποίηση βιολογικών αναγκών και η διασφάλιση της ζωής. Αρχικά, ο σοφιστής παρουσιάζει τα θαυμαστά επιτεύγματα του ανθρώπου μέσω της ανακάλυψης της φωτιάς και της κατάκτησης των τεχνικών γνώσεων. Πρόκειται για την ανάπτυξη υλικοτεχνικού πολιτισμού «καὶ οἰκήσεις καὶ ἐσθῆτας καὶ ὑποδέσεις καὶ στρωμνὰς καὶ τὰς ἐκ γῆς τροφὰς ηὕρετο», τη δημιουργία ενός γλωσσικού κώδικα «ἔπειτα φωνὴν καὶ ὀνόματα ταχὺ διηρθρώσατο τῇ τέχνῃ» και τη θεμελίωση θρησκείας «πρῶτον μὲν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ συγγένειαν ζῴων μόνον θεοὺς ἐνόμισεν, καὶ ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καὶ ἀγάλματα θεῶν». Αν και η πρόοδος ήταν μεγάλη, ο άνθρωπος κινδύνευε με αφανισμό διότι δεν είχε την πολιτική αρετή, την ικανότητα δηλαδή του συνυπάρχειν. Η ανάγκη και ο κίνδυνος της εξαφάνισης κινητοποιεί τον άνθρωπο και τον οδηγεί σε μια πρώτη φάση κοινωνικότητας. Οι άνθρωποι συναθροίζονται «ἐζήτουν δὴ ἁθροίζεσθαι καὶ σῴζεσθαι κτίζοντες πόλεις», για να ενωθούν, χωρίς όμως να υπάρχει οργάνωση και λειτουργικές σχέσεις ανάμεσά τους. Συνεπώς, η τάση κοινωνικής συνύπαρξης δεν είναι μια εσωτερική ανάγκη αλλά μια εξωτερική αναγκαιότητα που επιβάλλει η φυσική υπεροχή των θηρίων. Η τυχαία συνάθροιση των ανθρώπων αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, όταν συγκεντρώνονταν αδικούσαν ο ένας τον άλλον, ακριβώς γιατί δεν είχαν έμφυτη την τάση της κοινωνικοποίησης «ὅτ’ οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν τέχνην».

Αντίθετα, ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι οι πόλεις δημιουργήθηκαν φύσει. Ήταν δηλαδή έμφυτη η τάση του ανθρώπου να συνυπάρχει και να οργανώνεται με πολιτεύματα, θεσμούς και νόμους. Σκοπός της πόλης δεν είναι απλώς η ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών «ζῆν» αλλά η ηθική τελείωση, η ευδαιμονία « εὖ ζῆν» που επιτυγχάνεται μέσω της αυτάρκειας. Ο Αριστοτέλης έχει ήδη αποδείξει τη φυσική προέλευση της πόλης και ότι πρόκειται για μια τέλεια μορφή κοινωνίας που στόχο έχει την καλή ζωή και την αυτάρκεια που οδηγούν στην ευδαιμονία. Μάλιστα, ακόμη και αν δεν χρειάζεται ο ένας τη βοήθεια του άλλου, δεν μειώνεται καθόλου η επιθυμία της συνύπαρξης. Με τη φράση «εκείνος που πρώτος συγκρότησε την πόλη» ο Αριστοτέλης εννοεί ότι για την σύσταση της πόλης είναι απαραίτητη η σύμπραξη του ανθρώπου. Η ερμηνεία αυτή δεν αναιρεί την αριστοτελική θέση ότι η πόλη υπάρχει εκ φύσεως, απλά τονίζει ότι δεν αρκεί η φυσική προδιάθεση αλλά απαιτούμενη είναι η ανθρώπινη σύμπραξη. Η οργάνωση και η συγκρότηση κοινωνιών λοιπόν, δεν έγινε αυτόματα αλλά προαπαιτούσε την ενέργεια του λογικού ανθρώπου. Άρα, οι δύο άνδρες έχουν διαφορετικές απόψεις για τη δημιουργία των πρώτων κοινωνιών.

Β3.σελ. 33 « Η κατηγορία για διαφθορά….για την κατάληξη των μαθητών»

Β4.διασκέδαση→σκεδαννύμενοι, φρενοβλαβής→σωφροσύνης,, ουσία→εἶναι, αιδεσιμότατος→ αἰδῶ, κατανομή→ νείμω

Απαντήσεις Αδίδακτου

Γ1. Πολλές φορές απόρησα με αυτούς που καθιέρωσαν τις θρησκευτικές γιορτές κι οργάνωσαν τους αθλητικούς αγώνες, επειδή από τη μία θεώρησαν άξιες για τόσο μεγάλα έπαθλα τις ικανότητες του σώματος, και από την άλλη δεν απέδωσαν καμία τιμή σ’αυτούς που κοπίασαν προσωπικά για το κοινό καλό και καλλιέργησαν έτσι τον ψυχικό τους κόσμο ώστε να είναι σε θέση να ωφελήσουν και τους άλλους. Διότι, αν οι αθλητές αποκτούσαν δυο φορές τόση δύναμη, οι άλλοι δε θα είχαν να κερδίσουν τίποτα παραπάνω, ενώ αν ένας μονάχα άνθρωπος σκεφτόταν σωστά, όλοι όσοι θα ήθελαν να γευτούν τη γνώση εκείνου θα ήταν δυνατό να ωφεληθούν. Επειδή δεν απογοητεύτηκα από αυτό, επέλεξα να μην αδρανήσω. Και επειδή θεώρησα ότι θα είναι ικανό έπαθλο για μένα η φήμη που θα δημιουργηθεί από αυτό τον λόγο, έχω έρθει για να συμβουλεύσω και για τον πόλεμο με τους βαρβάρους και για την ανάγκη να μονοιάσουμε μεταξύ μας, και ας ξέρω καλά ότι πολλοί από όσους προσποιήθηκαν ότι ήταν σοφιστές ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα.

Γ2. τῇ πανηγύρει

      τῷ γυμνικῷ ἀγῶνι

      τάς ἰδιαιτάτας / ἰδιωτάτας

      μάλα

      ἐμαυτόν

      συνῆξο

      ἠξίου ἀπονεμεῖν

      ἒσται

      δυναίμεθα

Γ3. τῶν συναγαγόντων: επιθετική μετοχή, γενική της αιτίας στο ἐθαύμασα, τούτοις: έμμεσο αντικείμενο στο ἀπένειμαν,  ἆθλον: κατηγορούμενο στο υποκείμενο «δόξαν» μέσω του απαρεμφάτου ἒσεσθαι, συμβουλεύσων: επιρρηματική τελική μετοχή συνημμένη στο εννοούμενο υποκείμενο ἐγώ του ρήματος «ἥκω», τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους : επιθετικός προσδιορισμός στο ουσιαστικό τοῦ πολέμου.

Γ3.β. (και οι δύο υποθετικοί λόγοι δηλώνουν την απλή σκέψη του λέγοντος)

1) υπόθεση: τῶν  μὲν  γὰρ  ἀθλητῶν  δὶς  τοσαύτην ῥώμην λαβόντων
απόδοση:  οὐδὲν  ἂν πλέον γένοιτο  τοῖς ἄλλοις
à  ανάλυση υποθετικής μετοχής:
        εἰ  οἱ μέν γάρ ἀθληταὶ δὶς τοσαύτην ῥώμην  λάβοιεν (εἰ + ευκτική)
        οὐδὲν  ἂν πλέον γένοιτο  τοῖς ἄλλοις (δυνητική ευκτική)

 2) υπόθεση: ἑνὸς  δʹ  ἀνδρὸς  εὖ  φρονήσαντος
     απόδοση:  ἅπαντες ἂν  ἀπολαύσειαν  οἱ  βουλόμενοι  κοινωνεῖν τῆς ἐκείνου διανοίας
à  ανάλυση υποθετικής μετοχής:
εἰ  εἰς  δʹ  ἀνήρ  εὖ  φρονήσαι/ φρονήσειε (εἰ + ευκτική)
ἅπαντες ἂν  ἀπολαύσειαν  οἱ  βουλόμενοι  κοινωνεῖν τῆς ἐκείνου διανοίας
(δυνητική ευκτική)


Επιμέλεια θεμάτων: Ομάδα Φιλολόγων Φροντιστηρίου «Επιλογή»

Πλατανιάς Γιάννης, Πευκιανάκη Ελένη, Πετρά Ζωή, Κεχαγιαδάκη Κατερίνα