Ο τελευταίος σταθμός

 

Η Σάρα άφησε το δικό της λουλούδι στον τάφο του κ. Κώστα κι έφυγε γρήγορα για τον καταυλισμό. Η κατάσταση στο νησί δεν ήταν ευνοϊκή για νυχτοπερπατήματα το βράδυ. Πόσο μάλλον για ένα 12χρονο κορίτσι.

Η πείνα τις τελευταίες μέρες μάστιζε όλον τον προσφυγικό πληθυσμό της Κω. Και η εγκληματικότητα άνθιζε όλο και περισσότερο. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του κ. Κώστα οι κλοπές θα γίνονταν συχνό φαινόμενο έως και καθημερινό. Τίποτε δεν ήταν όπως πριν.

  • Πού ήσουν κόρη μου; Δεν είπαμε πως δεν θα βγαίνεις τα βράδια;
  • Μαμά, ήμουν στο νεκροταφείο.

Η μητέρα της Σάρα ανακάθισε. Σαν να το σκέφτηκε λίγο. Τελικά, αγκάλιασε τη Σάρα δυνατά και δεν απάντησε τίποτε.

Τον τελευταίο χρόνο στην σκηνή της οικογένειας της Σάρα έμπαινε κάθε μέρα ψωμί. ‘’Τι καλύτερο;’’ σκεφτόταν το κορίτσι κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί. Το γεγονός ότι εξακολουθούσε να έχει την οικογένειά της δίπλα της μετά από έναν πόλεμο φάνταζε στο μυαλό της θαύμα. Πόσο μάλλον να απολαμβάνουν καθημερινά φρεσκότατο ψωμί και άλλα νόστιμα αρτοποιήματα.

Αίτιος της κατάστασης αυτής ο κ. Κώστας, ο φούρναρης του νησιού. Η Σάρα τον ήξερε. Τον έβλεπε κάθε μέρα. Και τον αγαπούσε. Αγαπούσε την ζωή του. Αυτός ο άνθρωπος είχε μέσα του, φυλαγμένο και καρφωμένο βαθιά μες την ψυχή του, το πιο πολύτιμο αγαθό, το πιο ανθρώπινο. Κάποιοι το λένε αγάπη, κάποιοι άλλοι ανιδιοτέλεια, μα οι περισσότεροι δεν το λένε, γιατί δεν το γνωρίζουν. ‘’Λάθε βιώσας’’ κήρυττε ο Επίκουρος και αυτό έκανε ο κ. Κώστας. Ζούσε στην αφάνεια. Αποτραβηγμένος από τα πολλά φώτα της δημοσιότητας. Κι αυτό ακριβώς έκανε λίγες μέρες πριν τον θάνατό του.

Όταν οι κάτοικοι του νησιού, χωρίς την θέλησή του, αποφάσισαν να τον βγάλουν δήμαρχο στην Κω ως αναγνώριση της ανιδιοτελούς προσφοράς του προς τους πρόσφυγες του νησιού, εκείνος άμεσα και διακριτικά αρνήθηκε τη θέση. Την στάση του αυτή αιτιολογεί πλήρως μία φράση του Ίρβιν Γιάλομ: «Αν ανέλθουμε αρκετά ψηλά στην κοινωνία, θα φτάσουμε κάποια στιγμή σε ένα ύψος από το οποίο η τραγωδία παύει να φαίνεται τόσο τραγική» Και ο κ. Κώστας δεν ήθελε ποτέ να απομακρυνθεί από αυτούς που υποφέρουν. Μπορούσε, αλλά δεν το έκανε.

Και αυτή ακριβώς είναι η μαγεία της ευτυχίας, να ζει κανείς στην αφάνεια. Ο κ. Κώστας ξυπνούσε στις 4 το πρωί για να ετοιμάσει ψωμί στις οικογένειας προσφύγων που ζούσαν στο νησί του. Αυτές ήτανε διάσπαρτες σε όλες τις κατοικημένες περιοχές της Κω. Ο              κ. Κώστας είχε να φροντίσει τον φούρνο του. Είχε να μεγαλώσει δύο εγγόνια. Αλλά γιατί να μην προσφέρει λίγη χαρά σε ανθρώπους που είχαν βιώσει την φρίκη του πολέμου, όταν την διαχείριση του φούρνου μπορούσε να την αναλάβει η γυναίκα του και την φροντίδα των εγγονιών του η κόρη του;

Η Σάρα έφερνε αυτά στην ανάμνησή της κάθε φορά που τον επισκεπτόταν στο νεκροταφείο. Και ήταν πολλές αυτές οι φορές. Γιατί όταν αγαπάς κάποιον γι’ αυτό που κάνει τώρα, θα τον αγαπάς ακόμα κι όταν έχει φύγει από τη ζωή μέχρι να φύγεις κι εσύ.  Σκεφτόταν πως ο κ. Κώστας ήταν ένας μεγάλος άνθρωπος, κουρασμένος. Κι ύστερα δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της εκείνη την ημέρα:

Ήταν κάποτε ο ταπεινός φούρναρης του νησιού στην αφιλοκερδή υπηρεσία του, όταν άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Μούσκεμα και εξουθενωμένος ο κ. Κώστας, οδηγούσε το μηχανάκι του προς την τελευταία και πιο μακρινή περιοχή. Δεν γύρισε όμως πίσω στο σπίτι του. Γιατί η βροχή και η κούραση θα έφευγαν κάποια στιγμή από πάνω του. Αυτό που δεν θα έφευγε όμως θα ήταν το βάρος ότι κάποιος σήμερα δεν χαμογέλασε εξαιτίας του. Δεν γεύτηκε την απόλαυση, την συντροφιά της φιλοξενίας, της αγάπης από άνθρωπο σε άνθρωπο. Κι αυτό θα πονούσε πολύ έναν άνθρωπο σαν τον κ. Κώστα. Οπότε, τι πιο γενναιόδωρο από το να συνεχίσει την διανομή ψωμιού έστω κι αν το τίμημα ήταν να αρρωστήσει.

Τελικά, εκείνο το βράδυ ο κ. Κώστας γύρισε στο σπίτι του, φίλησε τον άνθρωπο που τον στήριζε σαράντα δύο χρόνια, τη γυναίκα του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του και κοιμήθηκε γλυκά κι ονειρεμένα. Το επόμενο πρωί δεν θα ξυπνούσε. Ο κ. Κώστας πέθανε. Πέθανε όμως άνθρωπος, με το κεφάλι ψηλά. Ήταν ο πιο σπουδαίος και φανερός ανάμεσα στους πιο αφανείς. Μα ίσως αυτό δεν είναι το νόημα της ζωής, ο τελευταίος ‘’σταθμός’’;