Λονδίνο 2019

Μία ακόμα βροχερή ημέρα ξεκινάει στο Λονδίνο και εγώ τρέχοντας  με τον καφέ στο χέρι προσπαθώ να προλάβω το λεωφορείο. Άνθρωποι περνάνε τριγύρω μου αλλά δεν τους δίνω ιδιαίτερη σημασία. Μόλις φτάνω στην στάση συνειδητοποιώ ότι στην προσπάθεια μου να μην πέσει  ο  καφές και να προλάβω να πάω στο φιλανθρωπικό ίδρυμα τον έχω ρίξει σε έναν κύριο μεσαίου αναστήματος με μαύρο κουστούμι. Ο κύριος φανερά ενοχλημένος από   την απροσεξία μου γυρνάει ολόκληρο το πρόσωπο του και με κοιτάει. Εκείνη την στιγμή γυρνάω 5 χρόνια πίσω.

Ελλάδα 2014

Ο χώρος στον νοσοκομείο λένε είναι δομημένος έτσι ώστε να είναι ευχάριστος προς τον ασθενή πάντα όμως εγώ αυτή την φτιαγμένη ευχαρίστηση την βρίσκω ψεύτικη και απόμακρη όπως και τους ανθρώπους που είναι  μέσα σε αυτήν. Όλα αυτά συλλογίζομαι κοιτώντας τον άσπρο τοίχο απέναντι μου και καθισμένη  στο βρωμερό πάτωμα του νοσοκομείου περιμένω για ένα ευχάριστο νέο για μια έλπιζα έστω και ανύπαρκτη. Βλέπω την νοσοκόμα του πατέρα μου να έρχεται προς εμένα φωνάζοντας με Ελπίδα τόση ειρωνεία υπάρχει τελικά στην ζωή σκέφτηκα. Έρχεται κοντά μου και μου λέει ότι ο πατέρας μου ξεκουράστηκε. Ο πόνος που ένιωσα όταν μου είπε ο πατέρας μου ότι έχει καρκίνο δεν συγκρίνετε με αυτό που αισθάνομαι τώρα. Πέφτω πάνω στην γυναίκα με την μπλε φόρμα και μέσα στους άψυχους άσπρους τοίχους του νοσοκομείου ξεσπάω σε κλάματα. Η γυναίκα μην μπορώντας να με βλέπει έτσι με αγκαλιάζει σφιχτά λέγοντας μου ότι θα πάνε όλα καλά και ότι αυτή θα ετοιμάσει τα διαδικαστικά για την κηδεία.Εγώ της απαντάω ότι το μόνο στήριγμα μου ήταν ο πατέρας μου καθώς την υπόλοιπη οικογένεια μου την έχασα σε τροχαίο και στην συνέχεια την ευχαρίστησα για την βοήθεια που μου έχει προσφέρει τόσο καιρό και τώρα.Φεύγω από την γλυκιά αγκαλιά της και περπατάω στον διάδρομο μιλώντας ψιθυριστά για τις ατυχίες  που μου έχει φέρει η ζωή όπως την ημέρα που έμαθα για το τροχαίο ή όταν τα άλλα παιδιά με κορόιδευαν γιατί εγώ δεν είχα μαμά.Όλα αυτά με έχουν κάνει πιο δυνατή αλλά αυτή η δύναμη καταρρέει.Φτάνοντας λοιπόν έξω από το νοσοκομείο αντί να πάω να πάρω το μικρό μου μαύρο αυτοκίνητο που μου έκανε δώρο ο πατέρας μου όταν έμαθε ότι πέρασα ιατρική άρχισα με αργά βήματα να πηγαίνω στο μόνο μέρος που μου δίνει την δυνατότητα να νιώσω ότι οι δικοί με ακούνε στο νεκροταφείο της πόλης. Ο ουρανός είναι μαύρος και σκοτεινός σήμερα δείχνει την άλλη πλευρά του που κλαίει μαζί μου. Οι πολυκατοικίες φαίνονται τεράστιες και σαν σκιές προσπαθούν να φάνε τους ανθρώπους οι οποίοι λόγο των γρήγορων ρυθμών έχουν ξεχάσει να ζουν. Τόσο διαφορετικοί αλλά παράλληλα τόσο ίδιοι. Τελειώνοντας τις σκέψεις μου που δεν λένε να με αφήσουν ήσυχη φτάνω στο εξωτερικό μέρος του νεκροταφείου τα καταπράσινα κυπαρίσσια είναι οι προστάτες τον τάφον που βρίσκονται  από κάτω τους. Μπαίνω στην μεγάλη μαύρη πύλη που είναι περικυκλωμένη από ένα άσπρο τοίχος και ακολουθώντας το πέτρινο δρομάκι που οδηγεί στους τάφους φτάνω στης χαμένης μου οικογένειας.Εκεί που  θα βρεθεί αύριο  και ο πατέρας μου. Κάθομαι κάτω στο δρομάκι και αρχίζω να κλαίω με λυγμούς για όλα αυτά που έχω χάσει ξαφνικά ένα χέρι στον ώμο μου με κάνει να πεταχτώ όρθια. Μπροστά μου βρίσκεται ένας κύριος με γυαλάκια με αραιά μαλλιά και μαύρα ρούχα. Ο χαμογελαστός 50χρονος  κύριος μου λέει να πάμε στο σπιτάκι το οποίο είναι έξω ακριβώς από το νεκροταφείο να μου προσφέρει ένα τσάι για να νιώσω καλύτερα. Μην μπορώντας να αρνηθώ μια τόσο ευγενική χειρονομία και την ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον έστω και άγνωστο δέχομαι. Προχωρώντας τον παρατηρώ καλύτερα το πρόσωπο του φαίνεται ταλαιπωρημένο και κουρασμένο τα όσα έχει περάσει έχουν καταγραφεί στο πρόσωπο του. Τα ρούχα του λερωμένα με χώμα και στο δεξί του χέρι κρατάει ένα φτυάρι. Πέρασε η ώρα και φτάσαμε σε ένα μικρό πέτρινο σπίτι. Μπαίνοντας η μυρωδιά του τσάι του βουνού έχει εισβάλει στον χώρο.Το εσωτερικό αν και αρκετά μικρό έχει  μια ιδιαίτερη διακόσμηση οι πίνακες του Βαν Γκογκ και του Ελ Γκρέκο είναι τοποθετημένοι σε όλους τους τοίχους. Ύστερα το μικρό τραπεζάκι στην μέση μπροστά από τον καναπέ φαίνεται να έχει φιλοξενήσει πολλούς ανθρώπους. Ο κύριος άφησε το φτυάρι έξω, μου έδειξε τον καναπέ και  πήγε να μου βάλει τσάι όσο εγώ πήγαινα να κάτσω. Ήρθε με την αχνιστή κούπα με ένα έλατο πάνω της και κάθισε δίπλα μου. Υπήρξε μια αμήχανη στιγμή έως ότου άρχισε να μου μιλάει λέγοντας μου :Κορίτσι μου με λένε Λούκα σε είδα που ήσουν στεναχωρημένη και ήθελα να σε βοηθήσω ξέρεις είμαι νεκροθάφτης και όπως καταλαβαίνεις έχουν δει πολλά τα μάτια μου. Δεν ήθελα να σε τρομάξω πριν.Του είπα να μην ανησυχεί και ότι δεν πειράζει. Έπειτα του απάντησα: Κύριε Λούκα συγνώμη για το απαράδεκτο της ώρας μιας και είναι βράδυ αλλά ένιωσα την ανάγκη να έρθω να δω την μητέρα μου και την αδερφή μου μιας και σήμερα έχασα και τον πατέρα μου από σοβαρή αρρώστια. Ο κύριος Λούκας φανερά παραξενεμένος από αυτήν μου την απάντηση μου είπε ότι δεν περίμενε να του μιλήσω αμέσως για αυτό που μου συνέβη μιας και ένας άνθρωπος σαν εκείνον που έχουν βάλει οι άλλοι στο περιθώριο λόγο της δουλειάς του δεν έχει μάθει να του μιλάνε οι άνθρωποι πάρα μόνο να τον πειράζουν. Ένιωσα τύψεις για την συμπεριφορά ορισμένων ανθρώπων που γελάνε εις βάρος κάποιου άλλου. Συνέχισε λέγοντας μου ότι μπορεί οι άνθρωποι να μην του δίνουν σημασία αλλά όταν είναι λυπημένοι έρχονται στο κοιμητήριο και θέλουν κάποιον να τους δώσει λίγο θάρρος ακόμα και αν αυτός ο κάποιος είναι ένας νεκροθάφτης. Αναφέρθηκε ότι όταν μικρός είχε όνειρα αλλά η ζωή τα φέρνει έτσι που ορισμένες φορές δεν έχεις πολλά περιθώρια. Κατάλαβα ότι δεν ήθελε να μιλήσει άλλο για το τι έχει περάσει και έτσι μίλησα για το δικό μου όνειρο που έγινε έστω και λίγο πραγματικότητα.Η παιδιατρική ήταν η μεγάλη μου αγάπη, ξεκίνησα, όταν έμαθα  για την αρρώστια του πατέρα μου, τον  καρκίνο, μου είχαν κάνει πρόταση για ένα μεταπτυχιακό στο Λονδίνο αλλά με αυτά που έγιναν το άφησα σε αναμονή για να είμαι δίπλα του. Ήθελα πάντα να βοηθάω τους ανθρώπους και ιδιαίτερα τα παιδιά με όποιο τρόπο μπορούσα αλλά τώρα αυτό φαίνεται πολύ μακρινό. Τελειώνοντας βλέπω τον κύριο Λούκα να έχει πάρει μια περίεργη έκφραση και με πείσμα να μου λέει: Κορίτσι μου μην κάνεις το λάθος να αφήσεις το όνειρο σου να βοηθάς τους ανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια. Οι γονείς σου θα ήταν πολύ περήφανοι για σένα. Εγώ στο παρελθόν από  ανάγκη και τώρα από θέληση κάνω αυτή την δουλειά μπορεί ο κόσμος γύρω μου να με κοιτάει με μισό μάτι αλλά όταν τους βλέπω λυπημένους δεν μπορώ να μην τους βοηθήσω. Αν το θες αλήθεια θα βρεις τον τρόπο και θα τα καταφέρεις. Τα λόγια του αυτά μου ξεκαθάρισαν μέσα μου πολλά και όπως ο Θησέας ξετύλιξε το κουβάρι για να φτάσει στον Μινώταυρο έτσι και ο κύριος Λούκας μου φανέρωσε την λύση.

Λονδίνο 2019

Κύριε Λούκα ψιθυρίζω έκπληκτη. Ο κύριος καταλαβαίνω ότι δεν με αναγνωρίζει και αμέσως ζητάω συγνώμη για την απροσεξία μου. Εκείνη την στιγμή έφτασε το λεωφορείο και γρήγορα μπήκα μέσα προσέχοντας με τον όσο καφέ μου έχει απομείνει να μην τον ρίξω πάνω στο καρέ πουκάμισο μου και στο μαύρο παντελόνι μου. Βρίσκοντας μια θέση πίσω κάθομαι και σκέφτομαι τα όσα έχουν γίνει από τότε το ποσό μια απλή συζήτηση μπορεί να αλλάξει μια ζωή.Πιο συγκεκριμένα την δική μου ζωή. Από τότε που έφυγα από την Ελλάδα μια πόρτα έχει ανοίξει για μένα.Η βοήθεια που προσφέρω σε εκείνα τα παιδιά είναι σαν μια μικρή πράξη καλής θέλησης για τόση πολλή αγάπη. Το μόνο που μου δημιουργεί θλίψη είναι ότι δεν του είχα πει ούτε το όνομα μου και όμως μου άνοιξε τα μάτια. Απορροφημένη  συνειδητοποιώ ότι πρέπει να κατέβω. Η καινούργια μου ζωή με περιμένει.