Ίσως να μην το ξέρετε, αλλά…
…κάθε φορά που ακούτε έναν λυράρη σε μια πανήγυρη της Κρήτης ή έναν τραγουδιστή σε οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας, στο διπλανό σας κάθισμα κάθεται ο ξεχασμένος προ-προπάππους σας. Κι αν κοιτάξετε πίσω του, θα δείτε να ακούνε τον λυράρη και τις ιστορίες του οι αναρίθμητες γενιές των προγόνων σας.
Το αόρατο νήμα του πολιτισμού ενώνει ζωντανούς και νεκρούς σε μια κοινή παράσταση. Κι όταν η λύρα ξεκινά να παίζει, στο πάλκο δεν κάθεται ο λυράρης αλλά η Μούσα της αγάπης των Ελλήνων για τις Ιστορίες και την Αφήγηση!
Ας μάθουμε όμως περισσότερα γι’ αυτό με όχημά μας το εκπληκτικό βιβλίο “Πάπυρος“, της Irene Vallejo, μια περιπέτεια με πρωταγωνιστές τα βιβλία και τους αφηγητές των ιστοριών τους στο πέρασμα των αιώνων.
Μαζί του θα μυηθούμε στη διαχρονική μαγεία της Αφήγησης.
Οι Αοιδοί: Προορισμός μας ένα μικρό Ανάκτορο κάποιου τοπικού ηγεμόνα του 10ου αιώνα π.Χ. που αποφασίζει να διοργανώσει μια γιορτή και, για να ευχαριστήσει τους καλεσμένους του, προσλαμβάνει έναν περιπλανώμενο Αοιδό.
Οι αοιδοί ήταν οι πρώτοι διδάξαντες του ελληνικού πολιτισμού. Τραγουδούσαν για να διασκεδάσουν τους πλούσιους στα ανάκτορά τους και τους ταπεινούς ανθρώπους στις πλατείες των χωριών. Την εποχή εκείνη ο τίτλος του ποιητή ήταν συνώνυμος με τις λιωμένες σόλες, τη σκόνη του δρόμου, το κρεμασμένο στον ώμο όργανο, με τις παραστάσεις σαν έπεφτε η νύχτα και το ρυθμό να διαπερνά το κορμί.
Και το πεπρωμένο τους: Εκείνοι οι καλλιτέχνες οδοιπόροι, οι ρακένδυτοι απεσταλμένοι των Μουσών, μποέμ σοφοί που εξηγούσαν τον κόσμο με τραγούδια, μισοί εγκυκλοπαιδιστές και μισοί γελωτοποιοί είναι οι πρόγονοι των συγγραφέων.
Η παράσταση του Αοιδού
Το σκηνικό: Δίπλα στο κατώφλι της εισόδου, στο σημείο όπου στέκονται οι ζητιάνοι, ο ξένος με τον φθαρμένο χιτώνα περιμένει μέχρι να τον καλέσουν. Σε λίγο βρίσκεται εντός του Μεγάρου, εκεί όπου οι πλουσιότεροι άντρες του τόπου πίνουν κρασί και καταβροχθίζουν ψητό κρέας, με τις σταγόνες του λίπους να τρέχουν στις γενειάδες τους.
Η προετοιμασία: Κάθεται σε περίβλεπτη θέση και, καθώς κουρδίζει σιωπηρά το όργανό του, την Κιθάρη, όλα τα βλέμματα καρφώνονται πάνω του. Όταν είναι έτοιμος, κάνει μια επίκληση στη Θεά Μνημοσύνη τη μητέρα των Μουσών και αρχίζει να παίζει. Η παράσταση αρχίζει.
Ένας προφορικός πολιτισμός: Οι προφορικοί πολιτισμοί της εποχής εκείνης μοιάζουν σ’ εμάς σήμερα πρωτόγονοι και υποτυπώδεις. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι δεν ήταν έτσι. Η κυκλώπεια τειχοποιίας τους, τα περίτεχνα αρδευτικά τους έργα, τα τεχνουργήματά τους μιλούν για έναν εξαιρετικά προηγμένο πολιτισμό.
Η απειλή της λήθης: Έναν, όμως, πολιτισμό που αντιμετώπιζε πάντα τον κίνδυνο της λησμονιάς, αφού κάθε περίοδος παρακμής σήμαινε ταυτόχρονα και απώλεια των κατορθωμάτων, των τεχνικών του γνώσεων και τελικά της ταυτότητάς του.
Κυκλώπεια τείχη
Σφραγιδόλιθος του Γρύπα πολεμιστή
Η επιβίωση της μνήμης: Η μοναδική ελπίδα των προγόνων μας να νικήσουν τον χρόνο ήταν μέσω της εύθραυστης ανθρώπινης μνήμης. Γι’ αυτό οι αοιδοί ασκούσαν τη μνήμη τους από μικροί και γίνονταν σταδιακά πρωταθλητές της ανάμνησης.
Οι τεχνικές τους: Γρήγορα αντιλήφθηκαν ότι η ρυθμική γλώσσα μένει πιο εύκολα στη μνήμη κι έτσι γεννήθηκε η ποίηση. Μαζί με τον ρυθμό βρήκαν βοηθούς στην επανάληψη, στο μέτρο και στην εναλλαγή της έντασης της φωνής. Όλα αυτά μαζί με την αφήγηση μιας γνωστής πλοκής, συνδυασμένης με τις κινήσεις, τις εκφράσεις και τις σιωπές των ηρώων δημιουργούσαν μια ιδιαίτερη ιεροτελεστία.
Τα έπη του Ομήρου: Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ήταν για τους Έλληνες οι προφορικές τους εγκυκλοπαίδειες που συγκέντρωναν το κληροδότημα της λαϊκής γνώσης. Και μέσα απ’ την ορμητική ροή των αλλεπάλληλων επεισοδίων ερχόταν σύντομα διδάγματα ως ομάδες έτοιμων στίχων προς απομνημόνευση.
Η κωδικοποίηση των εθίμων: Οι απαγγελίες δεν διασκέδαζαν απλώς, αλλά μετέδιδαν πληροφορίες για τη ναυσιπλοΐα και τη γεωργία, τη λειτουργία μιας συνέλευσης, την προετοιμασία για μάχη ή μια ταφή. Ο ακροατής εσωτερίκευε τρόπους συμπεριφοράς, τα έθιμα και τον κώδικα της ηθικής. Στους ομηρικούς στίχους μιλά η συλλογική φωνή της φυλής.
Στίχοι των αρχαίων Επών
Η αφήγηση στην παιδεία και στην πολιτική: Η αφήγηση είχε πάντα σημαντικό ρόλο στην καρδιά των Ελλήνων. Στα σχολεία της αρχαίας Ελλάδας τα παιδιά μάθαιναν να διαβάζουν με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Ακόμη, η πολιτική ηγεσία των ελληνικών πόλεων ήταν πάντα στον έλεγχο ανθρώπων με ευφράδεια λόγου.
Η αφήγηση στον πολιτισμό: Οι σπουδαίοι αφηγητές ιστοριών άφησαν τα ίχνη τους στον χορό της τραγωδίας, στις Ιστορίες του Ηροδότου, στους πλατωνικούς φιλοσοφικούς διαλόγους. Η υπέρμετρη αγάπη των Ελλήνων για το λόγο και η παραφορά τους για δημόσιες συζητήσεις έκαναν τους Ρωμαίους που κατέκτησαν την Ελλάδα να τους θεωρούν αθεράπευτα φαφλατάδες.
Τα κόλπα του Αοιδού: Πέρα από το ξόρκι της αφήγησης, ο πονηρός κιθαρωδός έχει διάφορα κόλπα στη διάθεσή του. Κάθε που φτάνει σ’ έναν τόπο φροντίζει να ενημερωθεί για τους προγόνους της οικογένειας που τον προσλαμβάνει, μαθαίνει τα ονόματα και τις ιδιαιτερότητές τους, ώστε να τους εντάξει στην πλοκή μαζί με τους θρυλικούς ήρωες.
Μοναδική παράσταση: Καμία αφήγηση των αοιδών, όσες φορές και να την έπαιζαν, δεν ήταν η ίδια. Χάρη στη μακροχρόνια και πειθαρχημένη τους εκπαίδευση μάθαιναν να χρησιμοποιούν τους στίχους σαν ένα εύπλαστο υλικό στα χέρια τους.
Οπλοστάσιο στίχων: Γνώριζαν την πλοκή εκατοντάδων μύθων, είχαν στη διάθεσή τους ένα οπλοστάσιο έτοιμων φράσεων και λέξεων για να γεμίζουν τους στίχους και μ’ αυτά τα υλικά έπλεκαν σε κάθε παράσταση μια ωδή που ήταν ταυτόχρονα πιστή και διαφορετική.
Χειριστές της αγωνίας: Κατά τη διάρκεια της παράστασης ο αοιδός συντομεύει ή παρατείνει την αφήγηση ανάλογα με το κέφι και την ατμόσφαιρα της ομήγυρης. Κατέχει την τέχνη των παύσεων και της αγωνίας και πάντα διακόπτει την ιστορία σε μελετημένα σημεία, ώστε να τον καλέσουν για να συνεχίσει και την επόμενη μέρα.
Το τέλος: Το ρεσιτάλ συνεχίζεται, μέχρι το ενδιαφέρον των οικοδεσποτών να εξασθενίσει. Τότε, ο ταξιδιώτης-μουσικός ξαναπαίρνει τους δρόμους, επιστρέφει στη ζωή της περιπλάνησης και αναζητεί το νέο του καταφύγιο.
Η ραχοκοκαλιά του πολιτισμού: Έτσι, τραγούδι το τραγούδι, ο μεγάλος και συναρπαστικός πλούτος των απαρχών της φαντασίας του πολιτισμού μας επέζησε χωρίς να εξαϋλωθεί στο πέρασμα του χρόνου.
Η ηχώ των αφηγήσεων: Ακόμη και σήμερα ακούμε την απόμακρη ηχώ του στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια, στην ινδική Ραμαγιάνα, στις σκανδιναβικές Έντα, στις αραβικές Xίλιες και μια νύχτες. Οι φανταστικές ιστορίες ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα και διαπερνούν τον τόπο και τον χρόνο. Κι αυτές οι εξαίσιες, διαχρονικές και βαθιά ανθρώπινες αφηγήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του πολιτισμού μας.
Το έπος Ραμαγιάνα
Ιστορίες απ’ τις Χίλιες και μια νύχτες
Ο προφορικός λόγος σήμερα: Όσο κι αν η προφορικότητα φάνηκε να εξασθενεί μπροστά στην προέλαση του γραπτού λόγου, η σύγχρονη τεχνολογία της έδωσε μια νέα πνοή αρχικά με το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο, και τον κινηματογράφο και τώρα με το διαδίκτυο και τις σύγχρονες τηλεπικοινωνίες.
Βωβός Κινηματογράφος: Το σινεμά απασχόλησε στη βωβή του φάση κάμποσους παράξενους ανθρώπους που ανήκαν στην αρχαία φυλή των ραψωδών, των τροβαδούρων, των μαριονετιστών και των αφηγητών.
Οι νέοι αφηγητές: Δουλειά τους ήταν να διαβάζουν τους υπότιτλους για τους αναλφάβητους θεατές και γενικά να διασκεδάζουν το κοινό, απαντώντας στα επιφωνήματά του, γελώντας και γεμίζοντας το κενό που άφηνε η απουσία ήχου. Κάποιοι από αυτούς έγιναν τόσο διάσημοι, ώστε το κοινό έσπευδε στις αίθουσες γι’ αυτούς και όχι για την ταινία.
Ένας Benshi σε ιαπωνικό κινηματογράφο
H ιστορία του Ακίρα Κουροσάβα: Ο Χέιγκο Κουροσάβα ήταν ένας εξαιρετικός Benshi, ένας αφηγητής βωβών ταινιών για το ιαπωνικό κοινό. Έγινε διάσημος αστέρας και οι θεατές έσπευδαν μαζικά να τον ακούσουν. Μαζί του έφερε στον κινηματογράφο και τον μικρό του αδερφό, Ακίρα, ο οποίος ήθελε ως τότε να γίνει ζωγράφος.
Πτώση και άνοδος: Όμως, περί το 1930, όταν οι ομιλούσες ταινίες έκαναν τη σαρωτική τους εμφάνιση, οι Benshi έχασαν τη δουλειά τους, η φήμη τους επισκιάστηκε και ξεχάστηκαν. Ο Χέιγκο αυτοκτόνησε το 1933. Όμως, ο Ακίρα αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη σκηνοθεσία κινηματογραφικών ταινιών, όπως εκείνες που έμαθε να λατρεύει με τη φωνή του μεγάλου του αδερφού.
Ο Ακίρα Κουροσάβα
Σκηνή από το “Ran”, ταινία του σκηνοθέτη
Δημιουργήθηκε από επεξεργασμένα αποκόμματα του εξαιρετικού βιβλίου: «Πάπυρος», της Irene Vallejo,των εκδόσεων Μεταίχμιο, σελ 110-129.